Το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος κρατάει τα κλειδιά του ψηφιακού κράτους. Είναι αν το κράτος σχεδιάστηκε ποτέ ως ενιαία ψηφιακή αρχιτεκτονική.
Με αφορμή τη μελέτη του ΙΝΑΤ με τίτλο «Ποιος κρατάει τα κλειδιά του Ψηφιακού Κράτους;», άνοιξε ξανά μια συζήτηση που θεωρώ απολύτως αναγκαία. Όχι επειδή αφορά έναν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο ή μια συγκεκριμένη συγκυρία, αλλά επειδή αγγίζει ένα πολύ βαθύτερο ζήτημα: τι σημαίνει πραγματικά ψηφιακή κυριαρχία για ένα σύγχρονο κράτος.
Η ανάλυση του ΙΝΑΤ θέτει το ερώτημα αν το Δημόσιο θα παραμείνει μόνιμος πελάτης τεχνολογικών λύσεων ή αν θα αποκτήσει γνώση, έλεγχο και κυριαρχία πάνω στις κρίσιμες ψηφιακές του υποδομές. Αναφέρεται επίσης στην ανάγκη για δημόσια υπολογιστική ισχύ, ασφαλή δημόσια δεδομένα και δημόσιες προμήθειες που δεν αγοράζουν απλώς έτοιμες λύσεις, αλλά δημιουργούν τεχνολογική ικανότητα.
Πολλά από αυτά τα ζητήματα δεν εμφανίζονται για πρώτη φορά στη δημόσια συζήτηση. Σε προηγούμενα άρθρα μου, σε ανύποπτο χρόνο, έχω τοποθετηθεί επανειλημμένα πάνω σε παρόμοια θέματα: ότι τα δεδομένα δεν είναι απλώς πληροφορία αλλά υποδομή· ότι η εμπιστοσύνη δεν είναι θέμα καλής επικοινωνίας αλλά θέμα αρχιτεκτονικής· ότι η συμμόρφωση χωρίς πραγματική ανθεκτικότητα δημιουργεί ψευδαισθήσεις· και ότι ένα δημόσιο ψηφιακό έργο δεν πρέπει να κρίνεται μόνο από το αν παραδόθηκε, αλλά από το αν αφήνει πίσω του λειτουργική ικανότητα.
Δεν το αναφέρω αυτό ως προσωπική δικαίωση. Το αναφέρω γιατί δείχνει κάτι σημαντικό: το πρόβλημα δεν είναι περιστασιακό. Δεν αφορά μία μελέτη, μία κυβέρνηση, ένα έργο ή έναν φορέα. Είναι δομικό. Και όσο η συζήτηση για τον ψηφιακό μετασχηματισμό περιορίζεται στο πόσες υπηρεσίες έγιναν ηλεκτρονικές, χάνουμε το βασικό ερώτημα.
Το ελληνικό Δημόσιο δεν χρειάζεται απλώς περισσότερες ψηφιακές υπηρεσίες. Χρειάζεται ενιαία ψηφιακή αρχιτεκτονική.
Η μεταφορά των ψηφιακών πόλεων-κρατών
Η Αρχαία Ελλάδα δεν υπήρξε ενιαίο κράτος με τη σύγχρονη έννοια. Υπήρξαν πόλεις-κράτη: Αθήνα, Σπάρτη, Κόρινθος, Θήβα και πολλές άλλες. Κοινή γλώσσα, κοινός πολιτισμικός χώρος, κοινές αναφορές, αλλά διαφορετικοί θεσμοί, διαφορετικοί νόμοι, διαφορετικές στρατηγικές και διαφορετικές αντιλήψεις για την εξουσία.
Κάτι αντίστοιχο φαίνεται να συνέβη, άθελά μας, στο ελληνικό ψηφιακό Δημόσιο.
Κάθε υπουργείο, κάθε οργανισμός, κάθε φορέας, κάθε μητρώο και κάθε πληροφοριακό σύστημα αναπτύχθηκε συχνά ως δική του επικράτεια. Με δικά του δεδομένα, δικές του διαδικασίες, δικές του φόρμες, δική του τεχνολογία, δικούς του αναδόχους, δικά του interfaces, δική του τεκμηρίωση και, πολλές φορές, δική του εκδοχή της αλήθειας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοιο έργο ήταν λανθασμένο. Ούτε ότι έγινε από κακή πρόθεση. Πολλά συστήματα δημιουργήθηκαν για να καλύψουν πραγματικές ανάγκες, σε πραγματικές συνθήκες πίεσης, με περιορισμούς χρόνου, χρηματοδότησης, νομοθεσίας και διοικητικής πολυπλοκότητας.
Όμως το αποτέλεσμα είναι εμφανές: το ελληνικό Δημόσιο μοιάζει πολλές φορές λιγότερο με ενιαίο ψηφιακό κράτος και περισσότερο με συνομοσπονδία από ψηφιακές πόλεις-κράτη.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν πολλές «πόλεις». Ένα κράτος δεν πρέπει να είναι ένα τεράστιο μονολιθικό πληροφοριακό σύστημα. Αυτό θα ήταν τεχνικά επικίνδυνο, διοικητικά δύσκαμπτο και επιχειρησιακά μη ρεαλιστικό.
Οι φορείς πρέπει να έχουν αυτονομία. Ένα νοσοκομείο δεν λειτουργεί όπως μια πολεοδομία. Ένας δήμος δεν λειτουργεί όπως η φορολογική διοίκηση. Το Κτηματολόγιο δεν έχει τις ίδιες επιχειρησιακές ανάγκες με ένα ασφαλιστικό ταμείο.
Το πρόβλημα δεν είναι η αυτονομία.
Το πρόβλημα είναι η αυτονομία χωρίς κοινή αρχιτεκτονική.
Με άλλα λόγια, δεν είναι λάθος να υπάρχουν ψηφιακές πόλεις-κράτη. Λάθος είναι να μην υπάρχει κοινό Σύνταγμα, κοινή γλώσσα, κοινό οδικό δίκτυο και κοινές τεχνικές συνθήκες συνεργασίας ανάμεσά τους.
Authentication δεν σημαίνει integration
Τα τελευταία χρόνια έγινε ένα σημαντικό βήμα στην εμπειρία του πολίτη: η κοινή αυθεντικοποίηση. Ο πολίτης μπορεί να εισέρχεται σε πολλές δημόσιες υπηρεσίες με κοινά credentials και με σχετικά ενιαία λογική πρόσβασης. Αυτό είναι σημαντικό. Έλυσε πραγματικά προβλήματα και βελτίωσε την καθημερινότητα.
Όμως εδώ υπάρχει μια κρίσιμη παρεξήγηση.
Η αυθεντικοποίηση δεν είναι διαλειτουργικότητα.
Η αυθεντικοποίηση απαντά στο ερώτημα:
Ποιος είσαι;
Η πραγματική διαλειτουργικότητα απαντά σε πολύ δυσκολότερα ερωτήματα:
Ποια δεδομένα υπάρχουν ήδη για εσένα στο κράτος;
Ποιος φορέας είναι η επίσημη πηγή αλήθειας;
Ποιος ενημερώνει ποιον όταν αλλάζει κάτι;
Πώς περνά μια υπόθεση από έναν φορέα σε άλλον χωρίς να ξαναζητούνται τα ίδια στοιχεία;
Πώς αποφεύγονται διπλές εγγραφές, αντιφάσεις και διαφορετικές εκδοχές της ίδιας πραγματικότητας;
Πώς αποδεικνύεται ποιος άλλαξε τι, πότε, με ποια αρμοδιότητα και με ποιο αποτέλεσμα;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που καθορίζουν αν ένα κράτος είναι πραγματικά ψηφιακό ή αν απλώς έχει ψηφιακές εισόδους σε παλιές διοικητικές απομονώσεις.
Είναι σημαντικό να είμαστε ακριβείς: στην Ελλάδα δεν απουσιάζει πλήρως η διαλειτουργικότητα. Υπάρχει το Κέντρο Διαλειτουργικότητας, το οποίο λειτουργεί ως υποδομή ανταλλαγής επιχειρησιακών δεδομένων μεταξύ φορέων του Δημοσίου. Υπάρχουν επίσης web services και μηχανισμοί ανταλλαγής δεδομένων. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα. Το πρόβλημα είναι ότι οι διασυνδέσεις αυτές δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε πλήρη, ενιαία, επιχειρησιακή και δεδομενική αρχιτεκτονική κράτους.
Άλλο πράγμα είναι να συνδέονται δύο συστήματα όταν χρειάζεται.
Άλλο πράγμα είναι να έχουν σχεδιαστεί εξαρχής ως μέρη μιας κοινής θεσμικής υποδομής.
Το Κτηματολόγιο στο G-Cloud: σημαντικό βήμα, αλλά όχι το τέλος της διαδρομής
Η πρόσφατη ανακοίνωση ότι το Ελληνικό Κτηματολόγιο πέρασε πλήρως στο G-Cloud είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της συζήτησης. Σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα, το σύνολο των εφαρμογών, συστημάτων και δεδομένων του Ελληνικού Κτηματολογίου μεταφέρθηκε στο Κυβερνητικό Νέφος, το οποίο αποτελεί ενιαία ψηφιακή υποδομή του Ελληνικού Δημοσίου για τη φιλοξενία κρίσιμων πληροφοριακών συστημάτων.
Η ίδια η περιγραφή του έργου αναφέρει ότι η ψηφιακή λειτουργία του Κτηματολογίου μεταβαίνει από παλαιές, κατακερματισμένες υποδομές σε ενιαίο και ασφαλές Κυβερνητικό Cloud. Αναφέρεται επίσης ότι τεχνολογίες, εφαρμογές και δεδομένα δεκαετιών, που μέχρι πρότινος βρίσκονταν σε διαφορετικά περιβάλλοντα, ενοποιούνται σε μία σύγχρονη υποδομή.
Αυτό είναι θετικό. Είναι βήμα προς μεγαλύτερη ασφάλεια, διαθεσιμότητα, ανθεκτικότητα και επιχειρησιακή συνέχεια. Το G-Cloud, σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή της ΓΓΠΣΨΔ, παρέχει σύγχρονες υποδομές cloud που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από κυβερνητικούς φορείς για τη φιλοξενία πληροφοριακών συστημάτων και εντάσσεται σε στρατηγική συγκέντρωσης πληροφοριακών συστημάτων των φορέων της Δημόσιας Διοίκησης σε ενιαία δομή.
Άρα δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η μετάβαση κρίσιμων υποδομών σε ενιαίο και ασφαλές κυβερνητικό περιβάλλον είναι αναγκαία.
Όμως εδώ χρειάζεται η κρίσιμη διάκριση.
Η μεταφορά σε κοινή υποδομή δεν σημαίνει αυτομάτως ενιαία αρχιτεκτονική κράτους.
Το G-Cloud απαντά κυρίως στο ερώτημα:
Πού φιλοξενούνται τα συστήματα;
Δεν απαντά από μόνο του στα βαθύτερα ερωτήματα:
Πώς μιλούν τα δεδομένα του Κτηματολογίου με την ΑΑΔΕ;
Πώς συνδέονται με τους δήμους;
Πώς συνδέονται με τις πολεοδομίες;
Πώς συνδέονται με τους συμβολαιογράφους, τους μηχανικούς, τα δικαστήρια, τις μεταβιβάσεις, τις άδειες, τον χωρικό σχεδιασμό και τις επενδύσεις;
Ποιο είναι το κοινό μοντέλο δεδομένων;
Ποια είναι η πηγή αλήθειας για κάθε κρίσιμο στοιχείο;
Πώς ενημερώνονται όλα τα σχετικά συστήματα όταν αλλάζει μια πληροφορία;
Το Κτηματολόγιο είναι κρίσιμη εθνική υποδομή όχι επειδή είναι μια μεγάλη βάση δεδομένων, αλλά επειδή συνδέεται με την ιδιοκτησία, τη φορολογία, τις συναλλαγές, τις επενδύσεις, τον χωρικό σχεδιασμό, τη δικαιοσύνη και τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης.
Άρα η μετάβαση στο G-Cloud είναι απαραίτητη υποδομική κίνηση. Αλλά το πραγματικό επόμενο βήμα είναι άλλο: να λειτουργήσει το Κτηματολόγιο ως αξιόπιστη, διαλειτουργική, ελεγχόμενη και επαναχρησιμοποιήσιμη πηγή αλήθειας για ολόκληρο το κράτος.
Αυτό είναι η διαφορά ανάμεσα στο infrastructure consolidation και στο state capability.
Η διαλειτουργικότητα δεν είναι τεχνικό χαρακτηριστικό
Η διαλειτουργικότητα συχνά αντιμετωπίζεται ως τεχνική εργασία. Να φτιαχτεί ένα API. Να περάσει ένα πεδίο από το ένα σύστημα στο άλλο. Να γίνει μια διασύνδεση. Να ανοίξει ένα web service.
Όλα αυτά είναι απαραίτητα. Αλλά δεν είναι αρκετά.
Η πραγματική διαλειτουργικότητα είναι σχεδιαστική αρχή κράτους.
Σημαίνει κοινή σημασιολογία.
Κοινά λεξιλόγια δεδομένων.
Σαφείς πηγές αλήθειας.
Κοινή λογική ταυτοτήτων.
Κανόνες ενημέρωσης μεταξύ μητρώων.
Ιστορικότητα αλλαγών.
Audit trails.
Διαφανείς ροές.
Επαναχρησιμοποιήσιμες υποδομές.
Και δυνατότητα να περνά μια υπόθεση από φορέα σε φορέα χωρίς να χάνεται στη μετάφραση.
Η Ευρώπη έχει ήδη αναγνωρίσει αυτή την ανάγκη. Το Interoperable Europe Act τέθηκε σε ισχύ στις 11 Απριλίου 2024 με στόχο την ενίσχυση της διαλειτουργικότητας στον δημόσιο τομέα και τη δυνατότητα των διοικήσεων να συνεργάζονται ώστε οι δημόσιες υπηρεσίες να λειτουργούν ομαλά πέρα από εδαφικά, τομεακά και οργανωσιακά όρια.
Αυτό είναι ακριβώς το σημείο: η διαλειτουργικότητα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση σύγχρονης δημόσιας διοίκησης.
Ο πολίτης ως αγγελιοφόρος μεταξύ συστημάτων
Το πιο εμφανές σύμπτωμα της απομόνωσης των συστημάτων είναι ότι ο πολίτης μετατρέπεται σε μεταφορέα δεδομένων ανάμεσα στις υπηρεσίες.
Το κράτος γνωρίζει ήδη κάτι, αλλά ζητά από τον πολίτη να το αποδείξει ξανά.
Ένα έγγραφο υπάρχει ήδη σε έναν δημόσιο φορέα, αλλά ζητείται να ανέβει ξανά σε άλλη πλατφόρμα.
Μια πληροφορία έχει καταχωρηθεί σε ένα μητρώο, αλλά πρέπει να δηλωθεί ξανά σε άλλη αίτηση.
Μια αλλαγή γίνεται σε ένα σύστημα, αλλά δεν ενημερώνεται αυτόματα ένα άλλο.
Αυτό δεν είναι ψηφιακό κράτος. Είναι ψηφιοποιημένη γραφειοκρατία.
Η παλιά γραφειοκρατία ζητούσε από τον πολίτη να πηγαίνει από γραφείο σε γραφείο με χαρτιά. Η νέα γραφειοκρατία κινδυνεύει να του ζητά να πηγαίνει από πλατφόρμα σε πλατφόρμα με PDF.
Η μορφή άλλαξε. Η λογική όχι.
Ένα ώριμο ψηφιακό κράτος δεν είναι αυτό που έχει περισσότερες online φόρμες. Είναι αυτό που ζητά λιγότερα από τον πολίτη, επειδή γνωρίζει περισσότερα με νόμιμο, ασφαλή, διαφανή και ελέγξιμο τρόπο.
Από το έργο στην ικανότητα
Εδώ βρίσκεται το κεντρικό σημείο.
Ένα δημόσιο ψηφιακό έργο δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο από το αν παραδόθηκε, αν λειτουργεί ή αν εξυπηρετεί έναν αριθμό χρηστών. Πρέπει να αξιολογείται από το αν ενισχύει τη συνολική ικανότητα του κράτους.
Αφήνει πίσω του κοινά δεδομένα;
Αφήνει τεκμηρίωση;
Αφήνει APIs;
Αφήνει καθαρά data contracts;
Αφήνει δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης;
Αφήνει μηχανισμό ελέγχου;
Αφήνει γνώση στους δημόσιους φορείς;
Αφήνει δυνατότητα αλλαγής αναδόχου;
Αφήνει κάτι πάνω στο οποίο μπορεί να χτιστεί το επόμενο έργο;
Αν η απάντηση είναι όχι, τότε το έργο μπορεί να είναι χρήσιμο, αλλά δεν είναι στρατηγικό. Λύνει ένα πρόβλημα και ταυτόχρονα δημιουργεί μια νέα εξάρτηση.
Το παραδοτέο δεν είναι η πλατφόρμα.
Το παραδοτέο είναι η ικανότητα που μένει όταν τελειώσει το έργο.
Δεν χρειαζόμαστε ένα υπερσύστημα
Η λύση δεν είναι να συγκεντρωθούν όλα σε ένα γιγαντιαίο κεντρικό σύστημα. Αυτό θα ήταν λάθος. Θα δημιουργούσε τεχνικό ρίσκο, διοικητική δυσκαμψία και νέα μορφή συγκεντρωτικής εξάρτησης.
Το σωστό μοντέλο είναι πιο ώριμο: ομοσπονδιακή ψηφιακή αρχιτεκτονική.
Κάθε φορέας διατηρεί την επιχειρησιακή του αυτονομία, αλλά λειτουργεί μέσα σε κοινό πλαίσιο:
κοινές ταυτότητες,
κοινά λεξιλόγια δεδομένων,
κοινά πρότυπα διαλειτουργικότητας,
σαφείς πηγές αλήθειας,
καθαρά APIs,
κανόνες ενημέρωσης μεταξύ μητρώων,
υποχρεωτική τεκμηρίωση,
ιχνηλασιμότητα,
auditability,
data portability,
και δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης.
Η αυτονομία χωρίς διαλειτουργικότητα γίνεται απομόνωση.
Η αποκέντρωση χωρίς κοινή αρχιτεκτονική γίνεται κατακερματισμός.
Η ψηφιοποίηση χωρίς κοινά δεδομένα γίνεται ψηφιακή γραφειοκρατία.
Το επόμενο στάδιο
Η Ελλάδα έκανε σημαντικά βήματα στην ψηφιακή εξυπηρέτηση. Αυτό πρέπει να αναγνωριστεί. Όμως το επόμενο στάδιο είναι δυσκολότερο και λιγότερο εντυπωσιακό επικοινωνιακά.
Δεν αφορά μόνο περισσότερες εφαρμογές.
Δεν αφορά μόνο περισσότερες υπηρεσίες online.
Δεν αφορά μόνο καλύτερα portals.
Δεν αφορά μόνο ταχύτερη αυθεντικοποίηση.
Αφορά τη μετάβαση από την ψηφιοποίηση υπηρεσιών στην αρχιτεκτονική ωρίμανση του κράτους.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν ο πολίτης μπορεί να κάνει μια αίτηση ηλεκτρονικά. Το ερώτημα είναι αν το κράτος μπορεί να καταλάβει, να επεξεργαστεί, να διασταυρώσει, να τεκμηριώσει και να ολοκληρώσει αυτή την υπόθεση χωρίς να μετατρέπει τον πολίτη σε αγγελιοφόρο μεταξύ απομονωμένων συστημάτων.
Το ερώτημα δεν είναι αν έχουμε ψηφιακές πόρτες.
Το ερώτημα είναι αν πίσω από αυτές υπάρχει ενιαίο κράτος ή πολλές ψηφιακές πόλεις-κράτη.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική πρόκληση.
Το ελληνικό Δημόσιο δεν χρειάζεται απλώς περισσότερη τεχνολογία. Χρειάζεται καλύτερη αρχιτεκτονική σκέψη. Χρειάζεται να σχεδιάζει ψηφιακά έργα όχι ως μεμονωμένες υλοποιήσεις, αλλά ως μέρη μιας κοινής θεσμικής υποδομής.
Γιατί το ψηφιακό κράτος δεν είναι το άθροισμα των πλατφορμών του.
Είναι η ικανότητά του να λειτουργεί ως ένα συνεκτικό, αξιόπιστο, διαλειτουργικό και ελέγξιμο σύστημα δημόσιας αξίας.
Αλλιώς, θα έχουμε πολλές ψηφιακές πόλεις-κράτη.
Αλλά όχι πραγματικά ψηφιακό κράτος.



