Δεν φταίει μόνο η σπίθα: Οι πυρκαγιές και η σχέση που αρνούμαστε να αλλάξουμε
Αφορμή για αυτές τις σκέψεις έδωσαν οι εικόνες από τις μεγάλες πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα σε διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης και της Μεσογείου.
Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Ελλάδα. Διαφορετικές χώρες, διαφορετικές εστίες, διαφορετικοί κρατικοί μηχανισμοί, αλλά μια εικόνα που γίνεται κάθε καλοκαίρι όλο και πιο οικεία: τεράστιες εκτάσεις να καίγονται, οικισμοί να εκκενώνονται, πυροσβεστικές δυνάμεις να δίνουν μάχες που κάποια στιγμή μοιάζουν άνισες και, αμέσως μετά, να ξεκινά η ίδια συζήτηση.
Ποιος έβαλε τη φωτιά; Ήταν εμπρησμός; Ήταν αμέλεια; Έφταιξε το δίκτυο ηλεκτροδότησης; Γιατί δεν έφτασαν γρηγορότερα τα αεροσκάφη; Γιατί δεν καθαρίστηκε το δάσος; Φταίει πράγματι η κλιματική αλλαγή ή χρησιμοποιείται ως μια βολική δικαιολογία;
Όλα αυτά είναι εύλογα ερωτήματα. Κανένα, όμως, δεν αρκεί από μόνο του.
Παρατηρώντας τις ίδιες εικόνες να επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο, αναρωτιέμαι μήπως εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τις πυρκαγιές ως μια σειρά έκτακτων περιστατικών, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν πλέον εκδήλωση ενός πολύ βαθύτερου προβλήματος.
Δεν είναι μόνο πρόβλημα πυρόσβεσης. Δεν είναι μόνο πρόβλημα κλιματικής αλλαγής, δασικής διαχείρισης ή ανθρώπινης αμέλειας.
Είναι πρόβλημα της σχέσης που έχουμε δημιουργήσει με τον χώρο γύρω μας.
Η σπίθα και όσα έχουμε τοποθετήσει γύρω της
Η κλιματική αλλαγή δεν κρατά έναν αναπτήρα, δεν πετά ένα τσιγάρο και δεν προκαλεί μια βλάβη στο ηλεκτρικό δίκτυο. Η έναρξη των περισσότερων πυρκαγιών συνδέεται με ανθρώπινες δραστηριότητες: με πρόθεση, αμέλεια, τεχνικές βλάβες, αγροτικές εργασίες, μηχανήματα, παράνομες καύσεις ή άλλες αιτίες.
Αλλά αυτό είναι μόνο η σπίθα.
Το αν αυτή η σπίθα θα σβήσει λίγα μέτρα παρακάτω ή θα μετατραπεί σε μια τεράστια πυρκαγιά εξαρτάται από όσα υπάρχουν γύρω της. Από τη θερμοκρασία, την ξηρασία, την υγρασία της βλάστησης, τον άνεμο, τη διαθέσιμη καύσιμη ύλη, την κατάσταση του δάσους, το ανάγλυφο, την πρόσβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων και την απόσταση των σπιτιών από τη βλάστηση.
Γι’ αυτό θεωρώ λανθασμένο το δίλημμα «εμπρηστές ή κλιματική αλλαγή».
Ο εμπρησμός, η αμέλεια ή μια τεχνική βλάβη μπορεί να εξηγήσει πώς ξεκίνησε μια συγκεκριμένη φωτιά. Η κλιματική αλλαγή και ο τρόπος με τον οποίο έχουμε διαχειριστεί τον χώρο εξηγούν γιατί αυτή η φωτιά βρήκε τόσο ευνοϊκές συνθήκες για να εξαπλωθεί.
Η επιστήμη δεν υποστηρίζει ότι κάθε μεμονωμένη πυρκαγιά προκαλείται από την κλιματική αλλαγή. Δείχνει, όμως, ότι η άνοδος της θερμοκρασίας, η μεγαλύτερη εξάτμιση, η ξήρανση της βλάστησης και η επιμήκυνση της αντιπυρικής περιόδου δημιουργούν περισσότερες ημέρες κατά τις οποίες μια ανάφλεξη μπορεί να εξελιχθεί σε ακραίο γεγονός. Η Νότια Ευρώπη και η Μεσόγειος συγκαταλέγονται στις περιοχές όπου προβλέπεται ιδιαίτερα αυξημένος κίνδυνος πυρκαγιάς. Copernicus Climate Change Service
Δεν αυξάνεται απλώς η πιθανότητα να υπάρξει φωτιά. Αυξάνεται η πιθανότητα μια φωτιά να αποκτήσει συμπεριφορά που δυσκολεύει ή καθιστά αδύνατο τον άμεσο έλεγχό της.
Οι φετινές συνθήκες στη Γαλλία και στην Ισπανία αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η κλιματική επιβάρυνση, οι αλλαγές στις χρήσεις γης και η ανθρώπινη επέκταση προς τις δασικές περιοχές λειτουργούν μαζί. Δεν υπάρχει μία μοναδική αιτία. Υπάρχει ένας συνδυασμός παραγόντων που μετατρέπει μια ανάφλεξη σε καταστροφή. World Weather Attribution
Η φωτιά υπήρχε πάντα στη φύση
Υπάρχει βεβαίως η άποψη ότι οι πυρκαγιές αποτελούν μέρος του φυσικού κύκλου. Και αυτό είναι αλήθεια.
Η φωτιά υπήρχε πολύ πριν από τον σύγχρονο άνθρωπο και σε αρκετά μεσογειακά οικοσυστήματα λειτουργεί ως μηχανισμός ανανέωσης. Υπάρχουν φυτά προσαρμοσμένα σε αυτήν, σπόροι που ενεργοποιούνται από τη θερμότητα και δάση που μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να αναγεννηθούν.
Δεν είναι όμως κάθε πυρκαγιά φυσιολογική ούτε κάθε καμένη έκταση η αρχή μιας υγιούς αναγέννησης.
Η διαφορά βρίσκεται στη συχνότητα, στην ένταση, στην εποχή, στην έκταση και στον χρόνο που μεσολαβεί μέχρι την επόμενη φωτιά. Ένα οικοσύστημα μπορεί να ανακάμψει μετά από μία πυρκαγιά. Αν όμως η ίδια περιοχή καίγεται επανειλημμένα πριν τα νεαρά δέντρα ωριμάσουν και αναπαραχθούν, ο κύκλος διακόπτεται.
Τότε δεν μιλάμε πλέον για φυσική ανανέωση. Μιλάμε για υποβάθμιση του εδάφους, διάβρωση, απώλεια δασικής κάλυψης και πιθανή μετατροπή του δάσους σε μια φτωχότερη μορφή χαμηλής βλάστησης.
Η φωτιά είναι μέρος της φύσης. Οι σημερινές μεγαπυρκαγιές, όμως, δεν είναι απλώς η φύση που συνεχίζει ανενόχλητη τον αρχέγονο κύκλο της. Είναι ο φυσικός κίνδυνος ενισχυμένος από ένα θερμότερο κλίμα και από ανθρώπινες επιλογές δεκαετιών.
Η γη που εγκαταλείψαμε
Για χρόνια μιλούσαμε για την εγκατάλειψη της υπαίθρου κυρίως ως οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα. Σήμερα βλέπουμε όλο και καθαρότερα και την περιβαλλοντική της διάσταση.
Περιοχές που κάποτε καλλιεργούνταν έχουν εγκαταλειφθεί. Η κτηνοτροφία έχει περιοριστεί. Τα χόρτα δεν βόσκονται, τα κλαδιά και τα γεωργικά υπολείμματα δεν απομακρύνονται και χωράφια που λειτουργούσαν ως φυσικές ασυνέχειες ανάμεσα στις δασικές εκτάσεις έχουν καλυφθεί από συνεχή βλάστηση.
Η φύση επιστρέφει, θα μπορούσε να πει κάποιος. Μόνο που δεν επιστρέφει πάντοτε με τη μορφή ενός υγιούς, ώριμου δάσους. Συχνά δημιουργείται ένα συνεχές στρώμα καύσιμης ύλης, ικανό να μεταφέρει τη φωτιά σε πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις και με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα.
Η εγκατάλειψη της γης στη Μεσόγειο έχει συνδεθεί με τη συσσώρευση και τη συνέχεια της καύσιμης ύλης, αυξάνοντας τον κίνδυνο μεγάλων πυρκαγιών. Δεν πρόκειται για μια θεωρητική σύνδεση, αλλά για μια μεταβολή του ίδιου του τοπίου μέσα στο οποίο εκδηλώνονται οι φωτιές. OECD
Την ίδια στιγμή, εμείς κινούμαστε προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Χτίζουμε σπίτια, τουριστικές εγκαταστάσεις και ολόκληρους οικισμούς όλο και πιο κοντά σε δασικές περιοχές. Ανοίγουμε δρόμους, επεκτείνουμε δίκτυα ηλεκτρισμού και τοποθετούμε ανθρώπινες δραστηριότητες μέσα σε χώρους όπου η φωτιά αποτελούσε πάντοτε πιθανό φυσικό γεγονός.
Δεν είναι απαραίτητα παράλογο να ζουν άνθρωποι κοντά στη φύση. Είναι όμως εξαιρετικά επικίνδυνο να το κάνουν χωρίς διαφορετικούς οικοδομικούς κανόνες, χωρίς ζώνες προστασίας, χωρίς καθαρούς δρόμους διαφυγής και χωρίς συστηματική διαχείριση της βλάστησης.
Συμπεριφερόμαστε σαν να αρκεί η παρουσία ενός δρόμου και μερικών σπιτιών για να καταργηθούν οι φυσικοί κύκλοι του χώρου. Και όταν αυτοί επανεμφανίζονται, μιλάμε για μια φύση που εισέβαλε στις ζωές μας.
Μήπως όμως συνέβη ακριβώς το αντίθετο;
Η ψευδαίσθηση της τεχνολογικής λύσης
Τον Μάιο του 2026 τέθηκαν σε τροχιά τέσσερις ελληνικοί θερμικοί μικροδορυφόροι, στο πλαίσιο του Εθνικού Προγράμματος Μικροδορυφόρων. Πρόκειται για μια σημαντική τεχνολογική υποδομή, η οποία μπορεί να ενισχύσει την ανίχνευση και παρακολούθηση των πυρκαγιών σχεδόν σε πραγματικό χρόνο και να βελτιώσει την επιχειρησιακή εικόνα της Πολιτικής Προστασίας. Ελληνικό Κέντρο Διαστήματος
Χρειάζεται όμως να είμαστε ακριβείς ως προς το τι λύνει αυτή η τεχνολογία.
Οι δορυφόροι προσφέρουν έγκαιρη ανίχνευση και καλύτερα δεδομένα. Δεν αποτρέπουν την ανάφλεξη. Δεν καθαρίζουν ένα εγκαταλειμμένο χωράφι, δεν συντηρούν ένα ηλεκτρικό δίκτυο, δεν δημιουργούν αντιπυρικές ζώνες και δεν ανοίγουν δρόμους διαφυγής. Δεν μπορούν επίσης να εγγυηθούν ότι, όταν ξεσπάσουν πολλές πυρκαγιές ταυτόχρονα, θα υπάρχουν αρκετές δυνάμεις για να επέμβουν παντού εγκαίρως.
Μπορούν να μας πουν νωρίτερα ότι ξεκίνησε μια φωτιά. Δεν μπορούν να διορθώσουν μέσα σε λίγα λεπτά όσα δεν κάναμε τα προηγούμενα δέκα ή είκοσι χρόνια.
Αυτό δεν μειώνει την αξία τους. Αντίθετα, την τοποθετεί στη σωστή της διάσταση.
Συχνά αντιμετωπίζουμε την τεχνολογία ως υποκατάστατο της οργάνωσης. Επενδύουμε στην επιτήρηση και στην καταστολή, επειδή είναι ευκολότερο να παρουσιαστεί ένα καινούργιο σύστημα, ένα αεροσκάφος ή ένας δορυφόρος από το να εφαρμοστεί μια μακροχρόνια και πολιτικά δύσκολη πολιτική διαχείρισης της γης.
Η πρόληψη δεν προσφέρει συνήθως εντυπωσιακές εικόνες. Αποτελείται από χιλιάδες μικρές, επίμονες και συχνά αθέατες ενέργειες: καθαρισμούς, συντήρηση δικτύων, έλεγχο των χρήσεων γης, βόσκηση, δασική διαχείριση, οικοδομικούς κανόνες, εκπαίδευση των κατοίκων και πραγματικά εφαρμόσιμα σχέδια εκκένωσης.
Ακριβώς επειδή δεν είναι θεαματική, παραμένει συχνά πολιτικά λιγότερο ελκυστική. Μόνο που η φωτιά δεν ενδιαφέρεται για το ποια επένδυση παρουσιάζεται καλύτερα σε μια συνέντευξη Τύπου.
Υπάρχουν φωτιές που δεν μπορούν να σβήσουν εγκαίρως
Δυσκολευόμαστε επίσης να δεχτούμε ότι, κάτω από ορισμένες συνθήκες, μια φωτιά μπορεί να ξεπεράσει τις δυνατότητες ακόμη και ενός ισχυρού μηχανισμού κατάσβεσης.
Τα πυροσβεστικά αεροσκάφη δεν μπορούν να πετούν πάντα και παντού. Οι ισχυροί άνεμοι, ο πυκνός καπνός, η περιορισμένη ορατότητα, το ανάγλυφο και η ταυτόχρονη εκδήλωση πολλών πυρκαγιών δημιουργούν πραγματικά επιχειρησιακά όρια.
Μια ακραία πυρκαγιά μπορεί να κινείται ταχύτερα από την ανάπτυξη των επίγειων δυνάμεων, να δημιουργεί δικό της μικροκλίμα και να παράγει θερμική ένταση που καθιστά αδύνατη την άμεση προσέγγιση. Ακόμη και τα εναέρια μέσα έχουν συγκεκριμένα όρια ασφαλούς λειτουργίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αποτυχία είναι αναπόφευκτη ή ότι δεν πρέπει να εξετάζονται οι ευθύνες. Δεν σημαίνει επίσης ότι όλες οι κρατικές υπηρεσίες λειτουργούν πάντοτε όπως θα έπρεπε.
Σημαίνει όμως ότι κανένας αριθμός αεροσκαφών δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνος του ολοκληρωμένη πολιτική για τις πυρκαγιές.
Όσο περιμένουμε να ξεκινήσει η φωτιά για να δώσουμε τη μάχη, τόσο συχνότερα θα βρισκόμαστε μπροστά σε συνθήκες όπου η μάχη αυτή δεν μπορεί να κερδηθεί γρήγορα.
Η πραγματική μάχη πρέπει να έχει δοθεί πολύ νωρίτερα.
Όταν οι συνέπειες μοιάζουν με εκδίκηση
Συχνά χρησιμοποιούμε τη φράση «η εκδίκηση της φύσης». Προφανώς η φύση δεν διαθέτει συνείδηση, δεν θυμώνει και δεν αποφασίζει να μας τιμωρήσει. Με αυτή τη στενή έννοια, δεν μπορεί να εκδικηθεί.
Δεν είμαι όμως βέβαιος ότι η φράση είναι τόσο λανθασμένη όσο συχνά υποστηρίζουμε.
Γιατί η φύση μπορεί να μην έχει πρόθεση, έχει όμως όρια, ισορροπίες και μηχανισμούς που δεν παύουν να λειτουργούν επειδή εμείς επιλέξαμε να τους αγνοήσουμε.
Όταν πιέζουμε αυτούς τους μηχανισμούς για χρόνια, όταν επεκτεινόμαστε μέσα στα δάση, εγκαταλείπουμε τη διαχείριση της υπαίθρου, αφήνουμε να συσσωρεύεται καύσιμη ύλη και σχεδιάζουμε οικισμούς σαν το κλίμα και το τοπίο να παραμένουν αμετάβλητα, κάποια στιγμή οι συνέπειες επιστρέφουν.
Όχι ως συνειδητή τιμωρία, αλλά με τρόπο που στα μάτια μας μοιάζει πολύ με αυτήν.
Ίσως λοιπόν αυτό που αποκαλούμε «εκδίκηση της φύσης» να είναι η βίαιη επαναφορά μιας ισορροπίας που πιστέψαμε ότι μπορούσαμε να παραβιάζουμε χωρίς κόστος. Η στιγμή κατά την οποία η πραγματικότητα περνά ξανά τα όρια που χαράξαμε εμείς και μας υπενθυμίζει ότι δεν βρισκόμαστε έξω από το φυσικό σύστημα ούτε πάνω από αυτό.
Είμαστε μέρος του.
Η τεχνολογία μάς έχει συνηθίσει στην ιδέα ότι κάθε πρόβλημα διαθέτει μια λύση, ένα σύστημα, έναν αλγόριθμο ή ένα ισχυρότερο μέσο. Και επειδή πράγματι έχουμε κατορθώσει να επιλύσουμε εξαιρετικά σύνθετα προβλήματα, αρχίσαμε ίσως να πιστεύουμε ότι μπορούμε να θέσουμε υπό πλήρη έλεγχο και το φυσικό περιβάλλον.
Η φύση, όμως, δεν είναι ένα τεχνικό σύστημα που θα υπακούσει επειδή διαθέτουμε καλύτερα εργαλεία.
Η πρόοδος δεν σημαίνει ότι αποκτήσαμε τη δύναμη να καταργήσουμε τους φυσικούς κύκλους. Σημαίνει —ή τουλάχιστον θα έπρεπε να σημαίνει— ότι αποκτήσαμε τη γνώση για να ζούμε μέσα σε αυτούς με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Δεν είναι πλέον ένα έκτακτο περιστατικό
Δεν είναι η φύση που εισέβαλε ξαφνικά στις πόλεις και στα σπίτια μας.
Εμείς χτίσαμε τις πόλεις και τα σπίτια μας μέσα στους κύκλους της φύσης και συμπεριφερθήκαμε σαν αυτοί οι κύκλοι να είχαν καταργηθεί.
Κάθε καλοκαίρι, η φωτιά μάς υπενθυμίζει ότι δεν έχουν καταργηθεί. Και αν αυτή η υπενθύμιση μοιάζει κάποιες φορές με εκδίκηση, ίσως συμβαίνει επειδή οι συνέπειες όσων κάνουμε επιστρέφουν τελικά σε εμάς.
Φυσικά πρέπει να εντοπίζουμε ποιος προκάλεσε κάθε πυρκαγιά. Πρέπει να εξετάζουμε τις ευθύνες, να αξιολογούμε τον μηχανισμό κατάσβεσης και να επενδύουμε σε καλύτερη τεχνολογία, περισσότερα δεδομένα και ταχύτερη αντίδραση.
Αλλά αν περιοριστούμε σε αυτά, θα συνεχίσουμε να συζητάμε κάθε καλοκαίρι για την επόμενη καταστροφή με τους ίδιους ακριβώς όρους.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα σβήσουμε γρηγορότερα την επόμενη φωτιά.
Είναι πώς θα οργανώσουμε διαφορετικά τη γη, τους οικισμούς, τις υποδομές και τη ζωή μας, ώστε η επόμενη σπίθα να μη βρίσκει γύρω της όλα όσα χρειάζεται για να μετατραπεί σε καταστροφή.
Γιατί η σπίθα μπορεί να είναι τυχαία.
Οι συνθήκες που έχουμε δημιουργήσει γύρω της δεν είναι.